Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2005

Συναντήσεις


Αγοράζουν τις χαρές τους,
ασθμαίνουν μέσα σε τέσσερα επί τέσσερα,
πουλώντας χρόνο για ευτυχία,
φορούν αυτάρεσκα χαμόγελα
και ακκίζονται,
περιφέροντας τη θνητότητά τους
εδώ κι εκεί

και στον πρώτο χτύπο της καμπάνας,
ριγούν και σιωπούν φοβισμένοι,
με αγωνία κοιτούν ποιος έρχεται
να τους πάρει από τη γωνία,
σε ταξίδι άβολο να τους πάει

τους μιλώ μα δεν τους νιώθω,
μου μιλούν μα δεν με ακούν,
αμήχανα χαμόγελα μιας χρήσης,
λέξεις που πέφτουν βαριές στο κενό.

Καθείς στη μοναξιά του γυρίζει,
και την κεντάει με άλλη κλωστή.